Σε ένα πολύ σημαντικό πάνελ στο συνέδριο του Economist ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, και ο CEO της Capital Product Partners L.P. Γεράσιμος Καλογηράτος συζήτησαν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σήμερα

Με μια πολύ ενδιαφέρουσα και σημαντική συζήτηση ξεκίνησε, την Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου το 2ο Economist Thessaloniki Metropolitan Summit που διοργανώνεται από τον Economist σε συνεργασία με το ThePowerGame.gr.

Μια συζήτηση για τις προκλήσεις με τις οποίες αναμετριέται η Ευρώπη στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται ύστερα από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, την ενεργειακή κρίση, αλλά και – πιο κοντά στην περιοχή μας – τη νέα πρωτοφανή επιθετικότητα της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.

Συνομιλητές ήταν ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, o πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ και ο CEO της Capital Product Partners Γεράσιμος Καλογηράτος.

Ο Νίκος Δένδιας υπογράμμισε τη σταθερή σημασία της συμμαχίας της Ελλάδας με τη Γαλλία, σε όλη τη διάρκεια της νεώτερης ιστορίας και έστειλε αποφασιστικό μήνυμα στην Τουρκία υπογραμμίζοντας ότι «η πατρίδα μας, ο λαός, η κοινωνία μας δεν πτοείται από τις απειλές αυτές. Η πατρίδα μας, ο λαός και η κοινωνία μας απορρίπτουν τις απειλές αυτές και καλούμε τους συμμάχους, τους φίλους μας, και τα μέλη της ευρωπαϊκής μας οικογένειας να κατανοήσουν το μέγεθος της πρόκλησης, το οποίο αντιμετωπίζει η πατρίδα μας.»

Ο Φρανσουά Ολάντ αναφέρθηκε στους μεγάλους κινδύνους που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στη συγκυρία του πολέμου στην Ουκρανία, που έχουν να κάνουν με το ότι κάποιες χώρες, όπως η Ουγγαρία, συζητούν την άρση των κυρώσεων, με την κόπωση στις κοινωνίες και με το μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αλλά και τις τρεις προκλήσεις που είναι η ενεργειακή κρίση και η αναγκαία απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, η αντιμετώπιση του μεγάλου κόστους που έχουν οι πολιτικές που αναλαμβάνουν τα κράτη και η ανάγκη να ενισχυθεί η άμυνα της Ευρώπης.

Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη που έχει να ηττηθεί ο Πούτιν και όχι απλώς να «παγώσουν» τα πράγματα στη σημερινή κατάσταση. Επιπλέον, υπογράμμισε την ανάγκη να υπάρξει μια αποφασιστική απάντηση στην Τουρκία και την κλιμακούμενη επιθετικότητά της απέναντι στην Ελλάδα.

Ο Γεράσιμος Καλογηράτος υπογράμμισε τις πρωτόγνωρες προκλήσεις που διαμορφώνει η ενεργειακή κρίση και τις πραγματικές δυσκολίες, τόνισε το σημαντικό ρόλο που παίζει η εμπορική ναυτιλία, και ειδικά η ελληνική, στη μάχη για την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης, ανέδειξε την πρόκληση να πάρουμε μαθήματα από την ενεργειακή εξάρτηση και να την αποφύγουμε ως προς άλλους κρίσιμους πόρους και κατέληξε διατυπώνοντας τη δέσμευση της ναυτιλίας να συμβάλει στις μεγάλες προκλήσεις, στην Πράσινη Μετάβαση και τελικά ένα βιώσιμο μέλλον.

Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη που έχει να ηττηθεί ο Πούτιν και όχι απλώς να «παγώσουν» τα πράγματα στη σημερινή κατάσταση. Επιπλέον, υπογράμμισε την ανάγκη να υπάρξει μια αποφασιστική απάντηση στην Τουρκία και την κλιμακούμενη επιθετικότητά της απέναντι στην Ελλάδα.

Πριν το πάνελ υπήρξαν τρεις χαιρετισμοί. Ο πρώτος ήταν από τον υφυπουργό Μακεδονίας Θράκης κ. Σταύρο Καλαφάτη που υπογράμμισε ανάμεσα στα άλλα ότι «τα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται φέρνουν σε άμεση προτεραιότητα την επιλογή της Ελλάδας, επιλογή στην οποία επενδύει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η ελληνική κυβέρνηση αφενός να αξιοποιήσει τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και αφετέρου να συμβάλει στην ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τα ρωσικά καύσιμα. Να διασφαλίσει την ενεργειακή επάρκεια της Ελλάδας, να επιταχύνει τις διαδικασίες και τα έργα που καθιστούν με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη και την Αλεξανδρούπολη, την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, κόμβο μεταφοράς φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο προς τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.»

Από τη μεριά του ο Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας κ. Απόστολος Τζιτζικώστα που μιλώντας για τις προκλήσεις καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρώπη τόνισε ότι: «η Ευρώπη, που ήδη έχει αργήσει, πρέπει να δώσει κοινές και πειστικές απαντήσεις. Πρέπει να δείξει ότι έχει την πολιτική βούληση να πάρει θαρραλέες αποφάσεις και να δείξει αλληλεγγύη στην πράξη για την ενεργειακή διαφοροποίηση, την ψηφιακή και την πράσινη μετάβαση, την ασφάλεια, τη διαφάνεια, τη δημοκρατική εκπροσώπηση, για να μη μείνει κανένας συμπολίτης μας πίσω. Για να μπορέσουν τελικά οι πολίτες της να κλείσουν οριστικά τα αυτιά τους στις κραυγές του λαϊκισμού και των άκρων. Σε όλες αυτές τις προκλήσεις, ο ρόλος των 340 Περιφερειών και των 90 χιλιάδων Δήμων της Ευρώπης είναι κομβικός.»

Όσο για τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης κ. Κωνσταντίνος Ζέρβα, αναφερόμενος στον Φρανσουά Ολάντ τόνισε ότι πρόκειται για «έναν φίλο της Ελλάδας που τίμησε τη φιλία των δύο λαών, ίσως την πιο καθοριστική στιγμή των τελευταίων δεκαετιών.

Νίκος Δένδιας: η Ελλάδα βασίζεται στη συμμαχία που έχει με τη Γαλλική Δημοκρατία

Στη δική του τοποθέτηση ο υπουργός Εξωτερικών κ. Νίκος Δένδιας ξεκίνησε την ομιλία του υπογραμμίζοντας ότι «οι δεσμοί μεταξύ της Γαλλίας και της Ελλάδας είναι δεσμοί αιώνων», για να συνεχίσει λέγοντας ότι:

«Κάθε ελληνόπουλο που τελειώνει το σχολείο ξέρει πολύ καλά ποιος ήταν ο Ναύαρχος De Rigny, τι του οφείλουμε για την επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης. Κάθε απόφοιτος ελληνικού Πανεπιστημίου ξέρει καλά ποιος είναι ο Στρατηγός Maison και ποιος έδιωξε τα οθωμανικά στρατεύματα από την Ελλάδα την εποχή του Καποδίστρια. Και ευρισκόμενος εδώ, στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορώ παρά να πω ότι όλοι γνωρίζουμε ποιος ήταν ο Στρατηγός Sarrail, που ήταν εδώ, σε αυτή την πόλη, όταν οι Έλληνες και οι Γάλλοι στρατιώτες πολέμησαν δίπλα – δίπλα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και βέβαια, συμπαραταχθήκαμε και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι μεγαλύτεροι θυμόμαστε αποκόμματα εφημερίδων που είχαν παραμείνει μετά την επίσκεψη του Στρατηγού De Gaulle μαζί με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1963..»

Στη συνέχεια ο Έλληνας ΥΠΕΞ έσπευσε να πει ότι «απευθύνομαι σε εσάς για να σας πω εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης -και εκ μέρους της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού λαού- ότι δεν ξεχνάμε τη βοήθεια που μας προσφέρατε», για να συμπληρώσει ότι «Η αλληλεγγύη και η ενότητα που διδάξατε κύριε πρόεδρε είναι στοιχεία που δυστυχώς χρειαζόμαστε σήμερα στην Ευρώπη ακόμη περισσότερο προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις σύγχρονες προκλήσεις και τις δυνάμεις του αναθεωρητισμού που αναδύονται πάλι, τον 21ο αιώνα.»

Αναφερόμενος στη συνθήκη που διαμόρφωσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας τόνισε ότι: «Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία απετέλεσε μια τεράστια δοκιμασία για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Και συνεχίζει να είναι μια τεράστια δοκιμασία. Όμως, από αυτή τη δοκιμασία, όπως και από όλες τις άλλες κρίσεις, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα βγαίνει ενισχυμένο. Η πατρίδα μας, η Ελλάδα, με ευθυκρισία συνεισέφερε στην προσπάθεια αυτή από τη θέση που οι αρχές, οι αξίες και οι πάγιες τοποθετήσεις της τής επιβάλλει. Από τις θέσεις της που είναι πάντοτε συμβατές με το διεθνές δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό αντιμετωπίζουμε και την ενεργειακή πρόκληση και νομίζω, εδώ στη Θεσαλονίκη, στη Βόρεια Ελλάδα, είναι ίσως το μέρος το οποίο πρέπει κανείς να αναφερθεί σε αυτό. Οι αγωγοί αερίου, ο TAP, ο IGB, είναι στοιχεία αντιμετώπισης αυτής της πρόκλησης. Αποδεικνύουν ότι η πατρίδα μας είδε μπροστά.»

Όπως ήταν αναμενόμενο ο Νίκος Δένδιας τοποθετήθηκε και για τα ελληνοτουρκικά: «οι προκλήσεις στην εποχή μας για την Ευρώπη, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και την πατρίδα μας, δεν έρχονται μόνο από το Βορρά. Ερχονται δυστυχώς και από την Ανατολή. Ζούμε τις τελευταίες ημέρες μια τεράστια όξυνση της τουρκικής προκλητικότητας απέναντι στην Ελλάδα και μια απίστευτη και απερίγραπτη ποιοτική αναβάθμιση που συνιστά ευθεία απειλή για την εδαφική ακεραιότητα -για να μην πω, για την ίδια την ύπαρξη της πατρίδας μας.

Δεν είχαμε ακούσει ποτέ μέχρι τώρα οιονδήποτε να αμφισβητεί την ελληνικότητα των νησιών του Αιγαίου. Και θα μου επιτρέψετε να επαναλάβω, εδώ στη Θεσσαλονίκη, αυτό που είπα σήμερα το πρωί στη Βουλή των Ελλήνων, εισηγούμενος το πρωτόκολλο εισόδου στο ΝΑΤΟ της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

Η πατρίδα μας, ο λαός, η κοινωνία μας δεν πτοείται από τις απειλές αυτές. Η πατρίδα μας, ο λαός και η κοινωνία μας απορρίπτουν τις απειλές αυτές και καλούμε τους συμμάχους, τους φίλους μας, και τα μέλη της ευρωπαϊκής μας οικογένειας να κατανοήσουν το μέγεθος της πρόκλησης, το οποίο αντιμετωπίζει η πατρίδα μας.»

Σε αυτό το πλαίσιο αναφέρθηκε και στη συνάντηση που πρόσφατα είχε με τη γαλλίδα ομόλογό του αναφέροντας ότι «είχα επίσης τη χαρά να φιλοξενήσω προχθές στην Αθήνα την υπουργό Εξωτερικών της Γαλλικής Δημοκρατίας, την Catherine Colonna και επανέλαβα μπροστά της ότι η Ελλάδα βασίζεται στη γαλλική βοήθεια, τη στρατηγική σχέση και τη συμμαχία που έχει με τη Γαλλική Δημοκρατία.»

Ο Νίκος Δένδιας τελείωσε την ομιλία του με ένα σαφές μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση: «Θέλω, λοιπόν, να πω ξεκάθαρα και προς κάθε αποδέκτη ότι η απάντησή μας στις προκλήσεις που δεχόμαστε είναι μια απάντηση μιας σύγχρονης, ισχυρής, ευρωπαϊκής Δημοκρατίας. Μια απάντηση που απορρίπτει τους αναθεωρητισμούς από οπουδήποτε κι αν προέρχονται. Μια απάντηση η οποία περιφρονεί νεοοθωμανικές αντιλήψεις και πρακτικές και προσβλέπει σε ένα ευρωπαϊκό κοινό μέλλον με ομόνοια και αλληλεγγύη.”

Φρανσουά Ολάντ: είχα στόχο να διαφυλάξω τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη

Ο πρώην Γάλλος πρόεδρος ξεκίνησε δηλώνοντας τη χαρά του που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. «Όχι μόνο για να ακούσω τα ευγενικά σας λόγια, αλλά επίσης επειδή προέρχομαι από μία χώρα που είναι φίλη της Ελλάδας, ένα πλήρες  μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ».

Αναφερόμενος σε όσα είπε ο Νίκος Δένδιας και στον τρόπο που προσπάθησε ο πρόεδρος να διαφυλάξει τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη ο Φρανσουά Ολάντ τόνισε ότι: «Κύριε υπουργέ, τα λόγια σας με άγγιξαν και με συγκίνησαν ιδιαίτερα, γιατί το έργο μου ως πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, που είχε ως στόχο να διαφυλάξω τη θέση της Ελλάδας στην ευρωζώνη, ήταν συμβατό με το έργο των προκατόχων μου, που είχαν ως στόχο την οικοδόμηση της Ευρώπης. Όμως, πέρα από τη φιλία που με συνδέει με την Ελλάδα, το έκανα για όλη την ευρωζώνη. Γιατί σε περίπτωση που η Ελλάδα έπρεπε να φύγει, αυτό φυσικά θα κλυδώνιζε όλη την ευρωζώνη. Γιατί, μαζί με την Ελλάδα, θα υπήρχαν κι άλλες χώρες, οι οποίες, κάποια στιγμή, θα είχαν τη μοίρα της Ελλάδας.  Καταφέραμε να εξέλθουμε από αυτή την κατάσταση με θριαμβευτικό και με περήφανο τρόπο. Να πω φυσικά πως και ο ρόλος της Άνγκελα Μέρκελ ήταν πολύ σημαντικός. Και εκείνη κατανόησε εγκαίρως ότι η Ελλάδα έπρεπε να μείνει στο πλευρό σας.»

 «Η Ευρώπη ζει μια διαδοχή κρίσεων»

Για τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας, η Ευρώπη «ζει μια διαδοχή κρίσεων»:

«Η κρίση της ευρωζώνης πριν από λίγα χρόνια, μετά από αυτήν είχαμε την κρίση με τα μεταναστευτικά ρεύματα, ακολούθησε η πανδημία και τώρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τον πόλεμο στην Ουκρανία και την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας. Αντιμέτωποι με αυτές τις κρίσεις, θα πρέπει λοιπόν να διασφαλίσουμε την αλληλεγγύη και την στιβαρότητα της Ευρώπης. Η Ευρώπη λαμβάνει πάντα καλές αποφάσεις, αλλά πολύ συχνά αργεί να τις λάβει. Σήμερα όμως δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.  Η Ευρώπη απέδειξε τα τελευταία χρόνια ότι κατάφερε να υπερκεράσει πολλούς κλυδωνισμούς και να αποφύγει τη διαίρεσή της.  Ως απόδειξη μπορώ να αναφέρω όσα καταφέραμε με την συνοχή της ευρωζώνης, αλλά και τη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, την πολιτική των εμβολιασμών, την θέσπιση των ευρωπαϊκών ταμείων για τα κράτη μέλη της ΕΕ. Και αντιμέτωπο πλέον με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, έχουμε και σε αυτό το επίπεδο μία συνεκτική και αλληλέγγυα θέση. Η κατάσταση είναι εύθραυστη, γιατί το κόστος των κυρώσεων, που φυσικά είναι επώδυνες για την Ρωσία, είναι επώδυνο και για τις ίδιες τις χώρες μας. Η συνοχή και η αλληλεγγύη που επιδεικνύει η Ευρώπη είναι εκείνες, που θα την βοηθήσουν να αντισταθεί στις τις επιπτώσεις των κυρώσεων, όπως είναι η αύξηση των τιμών της ενέργειας, ο πληθωρισμός κ.λπ.»

Ολάντ: κάποιες χώρες θέλουν άρση των κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας

Για τον Φρανσουά Ολάντ η Ευρώπη αντιμετωπίζει τρεις βασικούς κινδύνους:

«Ο πρώτος είναι ότι στους κόλπους της ΕΕ μπορεί να βρεθούν κάποιες χώρες που θα ζητήσουν την άρση των κυρώσεων, που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, θεωρώντας ότι η κοινή γνώμη δεν μπορεί να υποφέρει τέτοιου είδους αντίποινα από την πλευρά της Ρωσίας.Η Ουγγαρία έχει ήδη αναπτύξει μια τέτοιου είδους θέση και κάποιες άλλες χώρες ακολουθούν. Σε λίγες μέρες, έχουμε και τις εκλογές στην Ιταλία και αν κερδίσει τις εκλογές η παράταξη της δεξιάς, έχουν ήδη δηλώσει την επιθυμία τους να αρθούν κάποιες από τις κυρώσεις.

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει μια κόπωση στους κόλπους της κοινωνίας μας.  Έχουμε επιδείξει αλληλεγγύη προς τη χώρα που δέχεται την επίθεση, όμως κάποιο από τους συμπολίτες θεωρούν ότι κράτησε πολύ αυτό και ότι πρέπει να τελειώσει ο πόλεμος, ακόμη κι αν είναι εις βάρος της χώρας που δέχεται την εισβολή.

Ο τρίτος κίνδυνος είναι ότι πολλά κράτη μέλη δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να δεχτούν τις επιπτώσεις του πολέμου, όπως την συνακόλουθη αύξηση των τιμών της ενέργειας. Υπάρχει λοιπόν μια έλλειψη ισορροπίας ως προς αυτό και, τελικά, υπάρχουν πολλά κράτη μέλη της ΕΕ που προσπαθούν να αμβλύνουν την πίεση που ασκούν στην Ρωσία.

Και μπορώ να σας επιβεβαιώσω ότι υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως η ευρωπαϊκή κοινωνία είναι εύθραυστη, ευεπηρέαστη, χωρίς τόλμη και πλήττεται από μια φθίνουσα πορεία. Αυτά πιστεύει ο Πούτιν.

Σε αυτό, λοιπόν, το πνεύμα της αντίστασης που έχουμε επιδείξει στην Ευρώπη, ελπίζουμε ότι θα διατηρήσουμε την ίδια στάση και ότι θα καταφέρουμε να έχουμε αίσιο τέλος σε αυτή την κατάσταση.»

Οι τρεις προκλήσεις για την Ευρώπη

Για τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας η Ευρώπη έχει να αντιμετωπίσει τρεις μεγάλες προκλήσεις:

«Η ΕΕ έχει να αντιμετωπίσει τρεις προκλήσεις:

Η πρώτη πρόκληση είναι ενεργειακής φύσης, που έχει να κάνει τόσο με την τιμή, όσο και με την ποσότητα. Κατ’ αρχήν, πρέπει να μειώσουμε την εξάρτησή μας από το φυσικό αέριο της Ρωσίας, αναζητώντας άλλους προμηθευτές και εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Επίσης, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να βάλουμε ένα ανώτατο όριο στην τιμή του φυσικού αερίου και να κάνουμε μια ανακατανομή της τιμής αυτής στους καταναλωτές. Η Ευρώπη μπορεί να συμφωνήσει σε αυτά τα μέτρα; Ή για ακόμα μια φορά θα βρεθούν κάποιες διαφορετικές απόψεις στους κόλπους της ΕΕ; Το ερώτημα που τίθεται επίσης έχει να κάνει και με τους κανόνες έγκρισης αυτών των αποφάσεων, δηλαδή αν υπάρχει η αρχή της ομοφωνίας, τότε μόνο μία χώρα μπορεί να μπλοκάρει τη διαδικασία. Κάποιες χώρες αυτή τη στιγμή μπορεί να μην συμφωνούν με αυτή την πολιτική αναζήτησης εναλλακτικών πηγών ενέργειας ή με το πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου. Και σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.

Η δεύτερη πρόκληση για την Ευρώπη είναι οικονομικής και δημοσιονομικής φύσεως.  Τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ, των οποίων τα οικονομικά έχουν υποβαθμιστεί ήδη, λόγω της υγειονομικής κρίσης, καλούνται τώρα να υποβληθούν σε περαιτέρω δαπάνες, είτε για να βοηθήσουν τα νοικοκυριά με επιδοτήσεις στις τιμές της ενέργειας, είτε για να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Τα δημόσια οικονομικά, φυσικά, θα υποβαθμιστούν ακόμα περισσότερο και η ΕΚΤ σήμερα αύξησε το βασικό της επιτόκιο, κάτι που θα έχει επίπτωση στα δάνεια που έχουν πάρει τα κράτη μέλη και οι καταναλωτές. Θα πρέπει λοιπόν η ΕΕ να δράσει. Ίσως θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα πλαίσιο, το οποίο θα γίνει αποδεκτό από όλους. Δεν είμαι σίγουρος για την έκβαση μιας τέτοιας προσπάθειας, όμως υπάρχει αδήριτη ανάγκη η ΕΕ να μπορέσει να βοηθήσει τα κράτη μέλη σε αυτή τη μετάβαση.

Η τρίτη πρόκληση είναι στρατιωτικής φύσεως. Η Ευρώπη γνωρίζει πολύ καλά ότι η οικονομική ευημερία δεν συνάδει με την στρατιωτική δύναμη.  Επίσης, κατάλαβε, ίσως λίγο αργά, ότι το εμπόριο με χώρες που έχουν δικτατορία, αυταρχικά καθεστώτα, δεν οδηγεί απαραίτητα σε μια δημοκρατία. Είναι ψευδές να πιστεύουμε ότι τα σύνορά μας με χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα – από εμπορική άποψη – θα κάνουν τις χώρες αυτές να υιοθετήσουν τους κανόνες της δημοκρατίας και του πλουραλισμού. Είναι κάτι το οποίο δεν ισχύει. Η Ευρώπη διαπίστωσε επίσης ότι οι ΗΠΑ, εδώ και πολλά χρόνια, βρίσκονται σε μία φάση απόσυρσης, αν μπορούμε να το πούμε. Ο Μπαράκ Ομπάμα κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Συρία, μετά ο Ντόναλντ Τραμπ με την μαζική απόσυρση από το Αφγανιστάν, που είχε διατηρήσει μία πολύ αμφίσημη σχέση με τον Πούτιν, ακόμη και ο Τζο Μπάιντεν, ο οποίος, στους πρώτους μήνες της θητείας του, στρέφεται περισσότερο προς την Κίνα.

«Η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει την άμυνά της»

Ο Φρανσουά Ολάντ στάθηκε ιδιαίτερα στα ζητήματα της ευρωπαϊκής άμυνας:

«Η Ευρώπη, λοιπόν, αυτή τη στιγμή, πρέπει να αναπτύξει την άμυνά της. Η άμυνα της Ευρώπης εντός του ΝΑΤΟ μπορεί να είναι πολύ αξιόπιστη, να έχει μεγάλο δυναμικό και να χαίρει σεβασμού.

Οι Γερμανοί πήραν τολμηρές αποφάσεις, να δαπανήσουν 100 δισ. ευρώ, προκειμένου να αναπτύξουν την στρατιωτική δύναμη της χώρας. Η Ελλάδα, επίσης, καταβάλλει και αυτή μια σημαντική προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, όχι μόνο φυσικά αγοράζοντας τα Rafalle, αλλά γιατί έχει συνειδητοποιήσει – και το ανέφερε και ο υπουργός Εξωτερικών – ότι μπορεί να δεχθεί απειλές από το εξωτερικό. Η άμυνα, λοιπόν, αποτελεί κάτι το οποίο όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να θεωρήσουν ως προτεραιότητα, παρότι υπάρχουν πολλά άλλα ζητήματα προς επίλυση.

Ο γαλλογερμανικός άξονας, αυτή τη στιγμή, έχει ενδυναμωθεί και προσπαθεί να ενισχύσει και τον άξονα της άμυνας εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Η Φινλανδία και η Σουηδία μπήκαν στο ΝΑΤΟ, παρά τις επιφυλάξεις της Τουρκίας, ένα πολύ σημαντικό και θετικό στοιχείο. Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι πρέπει να δράσουμε ταχύτατα, προκειμένου να πείσουμε τις κοινωνίες μας ότι διαθέτουμε μια ολιστική πολιτική και να διασφαλίσουμε τις προμήθειες ενέργειας, κάτι που μπορούμε να κάνουμε μόνο με αλληλεγγύη.»

 «Από την απάντηση που θα δώσει η Ευρώπη θα κριθεί το τέλος της σύγκρουσης της Ρωσίας με την Ουκρανία»

Ο Φρανσουά Ολάντ υπογράμμισε τη σημασία που έχει η απάντηση της Ευρώπης για το πώς θα τελειώσει ο πόλεμος της Ουκρανίας:

«Μέσα από την απάντηση που θα δώσει η Ευρώπη, θα δοθεί και η απάντηση για το τέλος της σύγκρουσης της Ρωσίας με την Ουκρανία.  Πρώτη δυνατή λύση είναι να έχουμε ένα «πάγωμα» της σύρραξης. Σε αυτή την περίπτωση, και αν προβούμε σε έναν διακανονισμό, όπως αυτός του Μινσκ, αυτό θα σημαίνει ότι τελικά ο Πούτιν κέρδισε τον πόλεμο.  Τότε, όμως, θα ακολουθήσουν κι άλλες χώρες, ενδεχομένως, το παράδειγμα της Ρωσίας. Και αυτός είναι ένας κίνδυνος, γιατί θα κρίνουν ότι, χρησιμοποιώντας τη βία, μπορούν να επιβληθούν και ότι η διπλωματία πλέον δεν παίζει ρόλο.

Η άλλη επιλογή είναι να μπορέσουμε να διασφαλίσουμε ότι ο Πούτιν θα δεχτεί πιέσεις και αυτό θα επιτευχθεί με περαιτέρω κυρώσεις προς την Ρωσία.  Κυρώσεις στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές κυρώσεις, μέσω της απομόνωσης της Ρωσίας.

Η Κίνα παρατηρεί αυτά που σκεφτόμαστε να κάνουμε και θέλει να δει ποια θα είναι η έκβαση της κατάστασης. Αν επικρατήσει η πρώτη λύση, τότε και η Κίνα μπορεί να στραφεί προς την Ταϊβάν, μιμούμενη την Ρωσία.  Αν επικρατήσει το δεύτερο σενάριο και ο Πούτιν χάσει, τότε η Κίνα θα ξέρει ότι δεν έχει τίποτα να κερδίσει αν στραφεί προς την Ταϊβάν, αντιθέτως θα έχει μόνο να χάσει. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η Κίνα πολύ πιο αναπτυγμένη οικονομία από την Ρωσία.»

Τι θα σήμαινε μια ήττα του Πούτιν;

Μάλιστα απαντώντας σε ερώτηση μετά τις αρχικές ομιλίες, ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας αποσαφήνισε τι θα σήμαινε ήττα του Πούτιν:

«Η ήττα του Πούτιν θα ήταν να τον αναγκάσουμε να κάνει ένα βήμα πίσω και να μην προχωρήσει στα εδάφη που έχει ήδη κατακτήσει, βάσει της Συμφωνίας του Μινσκ του 2015. Θα πρέπει λοιπόν να υποχωρήσει από το νότιο τμήμα της Ουκρανίας και να επιστρέψει τις περιοχές στην κατοχή των Ουκρανών – θα επανέλθω στο θέμα της Κριμαίας.

Σε αυτή την περίπτωση, θα χάσει όσα έχει καταλάβει από τον Φεβρουάριο.

Όσον αφορά στην Κριμαία, δεν ξέρουμε αν η Ουκρανία θα φτάσει έως την Κριμαία. Αν συμβεί αυτό, φυσικά, η ήττα του Πούτιν θα ήταν απόλυτη και πλήρης, όμως δεν είναι βέβαιο ότι οι Ουκρανοί διαθέτουν τα πολιτικά μέσα για να το πράξουν.

Στην Κριμαία, υπήρξε μία αδιαφορία εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας. Είχε ληφθεί μία απόφαση τη δεκαετία του 1950, όμως ο Πούτιν έχει χάσει κατά κάποιο τρόπο.

Και το λέω αυτό, γιατί έχει ήδη πολλές συνέπειες στην οικονομία του, είναι ένας ηγέτης που ήθελε να έχει κορυφαίο ρόλο και η εικόνα του έχει αμαυρωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο.

Επίσης, ως προς τις συμμαχίες της Ρωσίας, και εκεί έχει χάσει έδαφος. Εδώ και δέκα χρόνια, η Ρωσία και η Κίνα δεν αποτελούν ένα μπλοκ ιδεολογικό μπλοκ, το κομμουνιστικό, αλλά ένα μπλοκ που θεωρεί ότι τα αυταρχικά καθεστώτα έχουν τώρα το πάνω χέρι.

Σε αυτή την κατάσταση, υπάρχει μια ισορροπία, μπορούμε να πούμε. Αν ο Πούτιν χάσει τον πόλεμο, η Κίνα θα αναδειχτεί την πιο μεγάλη δύναμη σε αυτή την συμμαχία των δύο χωρών, κάτι που θα αποτελέσει έναν εξευτελισμό για την Ρωσία.

Τώρα, αν ο Πούτιν χάσει την εξουσία, αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο, δεν μπορούμε να το προβλέψουμε, όμως, ολόκληρο το οικοδόμημά του βασίζεται στον πατριωτισμό.

Αν λοιπόν χάσει σε αυτό τον πόλεμο, νομίζω ότι το σύστημα στο οποίο οικοδομεί την κυριαρχία του θα υπονομευτεί.

«Η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει διάσταση»

Απαντώντας σε ερώτηση ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας υπογράμμισε την ανάγκη να υπάρξει πολύ μεγαλύτερη αλληλεγγύη στην Ευρώπη

«Όσον αφορά στις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουμε, υπάρχει ένας πολύ αποτελεσματικός συνδυασμός μέσα στις επιχειρήσεις από τη μια πλευρά, τα κράτη, τις κυβερνήσεις και την ΕΕ από την άλλη.Πρόκειται για μια παγκόσμια στρατηγική. Από τη μια πλευρά, τα κράτη έχουν ήδη κάνει πολλές δημόσιες δαπάνες κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Επομένως, έχουν περιορισμένα οικονομικά μέσα. Οι επιχειρήσεις, από την άλλη πλευρά, έχουν σημαντικά κέρδη λόγω της ενεργειακής κρίσης.Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια δύσκολη οικονομική κατάσταση. Θα πρέπει να βοηθήσουμε τους μεν και να εξασφαλίσουμε την επιβίωση των δε.

Αναφορικά με την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, για να διατηρηθεί η διασύνδεση των δικτύων διανομής ενέργειας, αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να υπάρχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Για το λόγο αυτό, θα πρέπει η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει διάσταση – όχι φυσική, παρόλο που και αυτό αποτελεί μια προοπτική – καθώς είναι μία δύναμη «per se».

Όσον αφορά στην ενεργειακή κρίση, θα πρέπει να την χρησιμοποιήσουμε ως μοχλό για να μπορέσουμε να πάμε πιο γρήγορα πιο μακριά αναφορικά και με την κλιματική κρίση.  Δεν ξέρω αν η Ευρώπη είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο ή αν τα κράτη μέλη είναι έτοιμα για μια τέτοια επικουρικότητα, αν είναι έτοιμα να διαθέσουν πόρους – το ίδιο ισχύει και για την ΕΕ, πρέπει και αυτή να διαθέσει μέσα. Αυτό είναι κάτι που μένει να δούμε τα προσεχή χρόνια.»

Μήνυμα προς την Άγκυρα

Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας πήρε και μια σαφή τοποθέτηση απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα:

«Δεν πρέπει να δεχτούμε ότι, στους κόλπους μια συμμαχίας όπως το ΝΑΤΟ, θα έχουμε μια τέτοιου είδους απειλή εναντίον μιας χώρας μέλους του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία είναι υποψήφια προς ένταξη χώρα στην ΕΕ και είναι παρούσα σε μια πιθανή διεύρυνση της Ευρώπης. Πώς μπορεί λοιπόν να απειλεί μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα;

Άρα, δεν πρέπει να αφήσουμε τις χώρες του Νότου μόνες τους.

Φυσικά, υπάρχουν κάποιες χώρες που δεν πήραν θέση για την εισβολή της Ρωσίας. Και αυτό συνέβη, επειδή αυτές οι χώρες θεωρούν ότι δεν είμαστε προσεκτικοί σε ό,τι τις αφορά – στα θέματα της τρομοκρατίας, της κλιματικής κρίσης κ.λπ. Αν θέλουμε να αποτελέσουμε δύναμη, θα πρέπει να αναλαμβάνουμε κοινές πρωτοβουλίες.

Αυτά ήθελα να πω εδώ, στην Θεσσαλονίκη, σε μια πόλη που ανακαλύπτω τώρα, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας, ένα μεγάλο λιμάνι και μια πόλη που παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σας ευχαριστώ πολύ για τη θερμή υποδοχή και ήθελα να σας πω ότι, ανεξαρτήτως του ονόματος του προέδρου της Γαλλίας, θα είμαστε πάντα φίλοι της Ελλάδας.»

Στη φάση των ερωτήσεων ο Ολάντ αναφέρθηκε με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στην Τουρκία και τόνισε ότι τυχόν νίκη της Ρωσίας στην Ουκρανία θα μπορούσε να ενισχύει την επιθετικότητα.

«Επί μακρόν η Τουρκία επιθυμούσε να ενταχθεί στην ΕΕ και ήθελε μάλιστα να αποτελέσει ένα παράδειγμα για το ρόλο του Ισλαμισμού,  όμως έχει περάσει σε μια άλλη φάση, πολύ πιο επιθετική.  Το βλέπουμε στην Συρία, το βλέπουμε στην Λιβύη, το Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία, το βλέπουμε και στην Κύπρο. Και το βλέπουμε πλέον και στην σχέση της Τουρκίας με την Ελλάδα. Δεδομένου ότι έρχονται εκλογές, θα πρέπει να επιδείξει (σ.σ. η Τουρκία) έναν πατριωτισμό, το ίδιο ακριβώς όπως και ο Πούτιν. Υπάρχει μια εγγύτητα όσον αφορά στους χαρακτήρες των δύο ηγετών, Πούτιν και Ερντογάν. Είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί στον κόσμο – τρόπον τινά – ο Ερντογάν υποστηρίζει την Ουκρανία, υπερασπιζόμενος ωστόσο τις θέσεις της Ρωσίας. Έχει αυτό τον διττό ρόλο.

Εδώ έχουμε έναν συσχετισμό δυνάμεων. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ένα μέλος του ΝΑΤΟ να αμφισβητεί σύνορα, που αποτελούν στοιχείο σταθερότητας σε ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα. Επίσης, ο πληθωρισμός στην Τουρκία έχει εκτοξευτεί, τα επιτόκια το ίδιο και, άρα, η δεινή οικονομική κατάσταση στην Τουρκία την καθιστά εξαρτημένη από την Ρωσία. Ωστόσο, πρέπει και στον Ερντογάν να ασκηθεί πίεση. Γι’ αυτό, λοιπόν, όσα έχει πει τις τελευταίες ημέρες είναι πολύ σοβαρά και αποτελούν απειλή για την εθνική κυριαρχία της Ελλάδας.

Αν ο Πούτιν κέρδιζε τον πόλεμο, αν κατάφερνε να καταλάβει ένα μέρος της Ουκρανίας, η Τουρκία θα πιστέψει ότι αυτό που κατάφερε ο Πούτιν ενδεχομένως να μπορεί να το καταφέρει και ο ίδιος ο Ερντογάν. Συνεπώς, το διακύβευμα είναι πολύ σημαντικό σε αυτή την εισβολή στην Ουκρανία.»

Γεράσιμος Καλογηράτος: η εμπορική ναυτιλία θα βοηθήσει την Ευρώπη να αποκτήσει ενεργειακή αυτονομία

Στη συνέχεια τον λόγο, πήρε ο CEO της Capital Product Partners L.P. Γεράσιμος Καλογηράτος, που συμφώνησε με τον Φρανσουά Ολάντ ότι «η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι και καλείται να αντιμετωπίσει μεγάλες προκλήσεις», ενώ αναφερόμενος στην είδηση για το θάνατο της Βασίλισσας Ελισάβετ είπε ότι «τον αισθανόμαστε όλοι ως την επισφράγιση ενός τέλους εποχής, μιας εποχής όπου υπήρχε σταθερότητα, αυξανόμενη ευμάρεια και φυσικά ειρήνη στην Ευρώπη.»

Αναφερόμενος στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σήμερα, ο κ. Καλογηράτος τόνισε τα ακόλουθα σημεία, μην παραλείποντας να υπογραμμίσει τον σημαντικό ρόλο της ποντοπόρας ναυτιλίας:

«Αυτή την εβδομάδα είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με μια σειρά εταιρειών ενέργειας και κοινής ωφελείας από όλη την Ευρώπη. Πολλές εταιρείες κολοσσοί από χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία Σουηδία και Φινλανδία –Πολλές από αυτές είναι πια χρεοκοπημένες ή στα όρια χρεοκοπίας και έχουν κρατικοποιηθεί. Στις συζητήσεις μας, η αγωνία για τον χειμώνα και πως θα καλυφθούν οι ενεργειακές ανάγκες των χωρών τους με τις στρόφιγγες του Ρωσικού αερίου κλειστές, ήταν κάτι παραπάνω από έκδηλη. Πραγματικά αδιανόητες καταστάσεις μόλις πριν από μερικούς μήνες.

Είναι άλλωστε κοινό μυστικό στην βιομηχανία παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου ότι τα επόμενα δύο με τρία χρόνια και έως ότου κατασκευαστούν νέες υποδομές υγροποίησης φυσικού αερίου στις ΗΠΑ,  αλλά και σε άλλα μέρη της Ευρώπης και του κόσμου, δεν θα υπάρχει αρκετό φυσικό αέριο μέσω της οδού του LNG αφού το LNG που υπάρχει τώρα σε προσφορά είναι κατά βάση πεπερασμένη ποσότητα.  Οι Ευρωπαϊκές εταιρείες που τα επόμενα 2-3 χρόνια θα κληθούν να λύσουν το θέμα αυτό θα πρέπει ουσιαστικά να αναζητήσουν φορτία από τρίτους, ανταγωνιζόμενοι με μόνο δέλεαρ την τιμή. Άρα δυστυχώς, με μαθηματική ακρίβεια οι υψηλές τιμές είναι εδώ για να μείνουν παραπάνω από ένα χειμώνα και θα συνοδεύονται τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα με πιθανές ελλείψεις σε στιγμές κορύφωσης της ζήτησης. Όπως ξέρετε το φυσικό αέριο είναι βασική πρώτη ύλη για μια σειρά προϊόντων πέρα από την θέρμανση και τον ηλεκτρισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αμμωνία που με την σειρά της είναι βασικό συστατικό για την παραγωγή λιπασμάτων, αλλά και η παραγωγή πετρελαιοειδών, πλαστικού και άλλων αγαθών που απαιτούν φυσικό αέριο. Άρα ο αντίκτυπος θα είναι μεγάλος και θα χτυπήσει την βιομηχανία το ίδιο βαριά, αν όχι περισσότερο από τον καταναλωτή δημιουργώντας εν δυνάμει ένα φαύλο κύκλο για την οικονομία.

Σε αυτό το σημείο, η ελληνική ποντοπόρος ναυτιλία παίζει κρίσιμο ρόλο. Όπως ίσως ξέρετε, εταιρείες Ελληνικών συμφερόντων ελέγχουν περισσότερο από ένα στα τέσσερα πλοία μεταφοράς LNG. Επίσης ελληνόκτητα πλοία επαναεροποίησης του LNG ετοιμάζονται να δέσουν στην Γερμανία και να δώσουν την πολυπόθητη δυνατότητα να εισάγει δια θαλάσσης σημαντικές ποσότητες φυσικού αερίου τον χειμώνα. Σας καλώ λοιπόν να φανταστείτε τι θα γινόταν αν ο στόλος αυτός ήταν σε Ρωσικά χέρια και τι θα σήμαινε αυτό για την Ευρώπη και τις ενεργειακές της επιλογές.»

Αμφισβητείται η ενεργειακή σταθερότητα και ασφάλεια

Αναφερόμενος στον πόλεμο στην Ουκρανία και το πώς λειτουργεί ως καταλύτης, ο CEO της Capital Product Partners L.P. τόνισε ότι:

« Με άλλα λόγια, ο πόλεμος στην Ουκρανία πέρα από τις τραγικές επιπτώσεις που έχει για το έθνος της Ουκρανίας, μας βοήθησε και εμάς να φτάσουμε μάλλον απότομα, σε μια σειρά από διαπιστώσεις, που χρήζουν άμεσης κινητοποίησης.

Πρώτον και κύριο, πόσο ευάλωτη παραμένει η ειρήνη, η ασφάλεια και η σταθερότητα στην Ευρώπη. Αυτό που θεωρούσαμε αυτονόητο και κεκτημένο, εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια -ίσως από την τελευταία πετρελαϊκή κρίση-  όπως η ενεργειακή ασφάλεια και ενεργειακή επάρκεια, αμφισβητούνται ριζικά. Χωρίς αυτά, είναι επίσης αυτονόητο ότι η επιχειρηματικότητα δεν μπορεί να ανθίσει και πρέπει να βρεθούν ρεαλιστικές λύσεις.

Δεύτερον, πρέπει να ανασυνταχθούμε, επιχειρηματίες και κυβερνήσεις και να αναδείξουμε τις βιομηχανίες που έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα και έχουμε δημιουργήσει στρατηγικό κεφάλαιο. Η ελλήνοκτητη ναυτιλία π.χ. και η ασφάλεια προμήθειας σε τρόφιμα, πρώτες ύλες και ενέργεια που μας διασφαλίζει πρέπει να διαφυλαχθεί και να μην αφήσουμε αυτό το πλεονέκτημα και το know how να χαθεί ή να πέσει σε ξένα χέρια.

Τρίτον πρέπει να σκεφτούμε την αυτάρκεια της Ευρώπης πρώτα σε ενέργεια, αλλά και σε άλλους στρατηγικούς πόρους, που θα μας διασφαλίσουν ανεξαρτησία και αυτάρκεια στο μέλλον. Οι τεχνολογίες και οι ανάγκες του αύριο – όπως ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας, η παραγωγή μικροτσίπ και οι απαραίτητες πρώτες ύλες για την παραγωγή τους και τη διύλιση τους, θα είναι απαραίτητες για την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης. Η Κίνα είναι ήδη μπροστά ιδιαίτερα στις πρώτες ύλες για την κατασκευή μπαταρίας και δημιουργεί καταστάσεις μονοπωλίου. Πόσο διαφορετικό θα είναι αυτό άραγε από αυτό που ζούμε σήμερα με την εξάρτηση της Ευρώπης από την Ρωσία, αν με την απανθρακοποίηση δεν έχουμε την αυτάρκεια στην κατασκευή μπαταριών και ηλεκτρικών δικτύων;

Η ενεργειακή κρίση που περνάμε λοιπόν έδειξε πόσο προβληματική ήταν τελικά η εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο, αλλά και πόσο επικίνδυνη είναι τελικά και η καθυστέρηση που έχει υπάρξει στην «Πράσινη Μετάβαση». Η κάθε χώρα ακολούθησε μέχρι τώρα τον δικό της μοντέλο εξασφάλισης ενέργειας σκεπτόμενη τοπικά και όχι σαν Ένωση.»

«Απαιτείται τολμηρή κοινή πολιτική για την ενέργεια και την ενεργειακή αυτονομία»

Αναφερόμενος στην ανάγκη η Ευρώπη να απαντήσει στις προκλήσεις που έχει μπροστά της ο Γεράσιμος Καλογηράτος υπογράμμισε ότι:

«Η επιστροφή λοιπόν του πολέμου στο ευρωπαϊκό έδαφος έκανε σαφές ότι η ασφάλεια και η σταθερότητα της Ευρώπης περνάει μέσα από τον τρόπο που αυτή εντάσσεται σε εκείνους τους μηχανισμούς, που εξασφαλίζουν τη συλλογική της ασφάλεια παίρνοντας συλλογικές αποφάσεις. Η ενεργειακή πολιτική, είναι νομίζω ξεκάθαρο πια, όπως είπε και ο πρόεδρος Ολάντ, ότι πρέπει να συγκαταλέγεται σε αυτούς τους μηχανισμούς και να προσεγγίζεται σαν σύνολο, σαν ενότητα. 

Απαιτείται λοιπόν κατά την γνώμη μου τολμηρή κοινή πολιτική στην εξασφάλιση ενέργειας βραχυπρόθεσμα, αλλά και στην χάραξη ενεργειακής αυτονομίας για όλη την Ευρώπη μέσω ενός κοινού σχεδίου. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να εξασφαλίσει τις απαραίτητες διασυνδέσεις ανάμεσα στις Ευρωπαϊκές χώρες για την διανομή της ενέργειας – όπως  καλύτερες διασυνδέσεις των αγωγών, του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, την κοινή χρήση υποδοχής υγροποιημένου φυσικού αερίου, αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού στόλου για θαλάσσιες μεταφορές ενέργειας,  αλλά και εκμετάλλευσης των ΑΠΕ και της πυρηνικής ενέργειας με παραγωγή εκεί που υπάρχει το απαραίτητο δυναμικό, αλλά κατανάλωση εκεί που υπάρχει το έλλειμμα.

Τέλος, βραχυπρόθεσμα, απαιτείται ένα ενιαίο σχέδιο αντιμετώπισης του σοκ που θα υποστεί η οικονομία με στήριξη τόσο στον καταναλωτή, αλλά και στην βιομηχανία. Θυμίζω τα κέρδη που είχε η Ε.Ε. με τη συλλογική της προσέγγιση όσον αφορά τα εμβόλια του covidTo ίδιο μπορεί να γίνει και με την προμήθεια LNG που παρόλο τις εξαγγελίες παραμένει ένα εθνικό θέμα.

Όμως, αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη θα αποδείξει ότι μπορεί να κινείται συντονισμένα και αποφασιστικά.

Γιατί πρέπει να το παραδεχτούμε – και ο πρόεδρος Ολάντ όλα αυτά τα έχει ζήσει από πρώτο χέρι – ότι υπήρξαν στιγμές που η Ευρώπη δεν κατάφερε να απαντήσει ούτε έγκαιρα, ούτε συντονισμένα. Και στην τωρινή συγκυρία φοβάμαι –όπως είπε και ο ίδιος- ότι χρόνος έχει πια τελειώσει.

Στην «κρίση του ευρώ», σας θυμίζω, πέρασε πολύς καιρός μέχρις να ακούσουμε εκείνο το ‘whatever it takes’ του Ντράγκι. Εμείς που προερχόμαστε λοιπόν από τον κόσμο των επιχειρήσεων – και κατανοούμε και την αξία της σκληρής διαπραγμάτευσης, αλλά και της έγκαιρης απόφασης – συχνά απορούμε με τις καθυστερήσεις, αλλά και την μυωπική προσέγγιση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να βρει τρόπους να συζητά και να αποφασίζει και να αντιμετωπίζει κρίσεις. Με επίγνωση ότι είναι ένωση κυρίαρχων κρατών, αλλά και χωρίς καταστροφικούς “εθνικούς εγωισμούς”.»

Η εμπορική ναυτιλία έτοιμη να αναλάβει δεσμεύσεις για ένα βιώσιμο μέλλον χωρίς εξάρτηση από τρίτους

Ως προς το ρόλο που μπορεί να παίξει η επιχειρηματικότητα και ειδικά η εμπορική ναυτιλία, ο κ. Καλογηράτος τόνισε τα ακόλουθα σημεία:

«Όμως, όταν λέμε ότι η Ευρώπη πρέπει να δώσει μια μάχη απέναντι σε μεγάλες προκλήσεις, δεν σημαίνει ότι θα είναι μια μάχη μόνο των κυβερνήσεων.Ο επιχειρηματικός κόσμος και ειδικά της εμπορικής ναυτιλίας μπορεί και πρέπει να συμβάλλει σε αυτή και να αναλάβουμε και εμείς κρίσιμες δεσμεύσεις.

Να συνεχίσουμε να βοηθάμε στην προσπάθεια να πετύχει η Ευρώπη την ενεργειακή της αυτονομία και εξασφαλίζοντας όσο περνάει από το χέρι μας ότι δεν θα υπάρξουν ελλείψεις. Να συνεχίσουμε να βοηθάμε ώστε να λειτουργούν αδιάλειπτα οι εφοδιαστικές αλυσίδες, παρ’ όλες τις δυσκολίες που διαμορφώνονται στο διεθνές τοπίο. Να συνεχίσουμε τις επενδύσεις στην «πράσινη ναυτιλία» γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η ναυτιλία παραμένει τμήμα του προβλήματος σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, παρόλο που εκπροσωπεί μόνο το 3% των συνολικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Επενδύσεις σε νέα καύσιμα και νέες τεχνολογίες, στη διαρκή ανανέωση του στόλου μας, επενδύσεις στην έρευνα για μια ναυτιλία με μηδενικό κλιματικό αποτύπωμα.

Επενδύσεις τελικά σε ένα βιώσιμο μέλλον χωρίς εξάρτηση από τρίτους.»  

 «Σε ακραίες καταστάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται και ακραία μέτρα»

Απαντώντας σε ερώτηση για το αν θα πρέπει να επανεξετάσουμε τον ρόλο των επιχειρήσεων, τον ρόλο του κράτους και τον τρόπο που συνδυάζονται ο κ. Καλογηράτος ανέφερε:

«Νομίζω αυτό που γνωρίζαμε ότι ίσχυε τα τελευταία 50-60 χρόνια, ίσως, αμφισβητείται. Στην πραγματικότητα η Ευρώπη βρίσκεται σε πόλεμο. Μπορεί να είναι οικονομικός πόλεμος, αλλά είναι ένας πόλεμος. Και στις εμπόλεμες καταστάσεις βλέπουμε ότι χρειάζονται διαφορετικές προσεγγίσεις. Η εθνικοποίηση εταιρειών ενέργειας και επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας  ήταν κάτι το αδιανόητο μέχρι πριν από έξι μήνες. Στην ουσία κάνουμε αυτό που γινόταν τις δεκαετίες του ‘80 και του ΄90. Λοιπόν, θα υπάρχουν ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν με διαφορετικό τρόπο και θα πρέπει να αντιδράσουμε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε, μετά από αυτό, ο καπιταλισμός να παραμείνει άθικτος, ως προς τον τρόπο που λειτουργεί, αλλά στο τέλος θα υπάρχουν σημεία όπου οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εμπλακούν. Σε ακραίες καταστάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται και ακραία μέτρα».