Οι στατιστικές για την παραγωγικότητα στις ΗΠΑ αποκαλύπτουν συνολικότερες αντιφάσεις του κυρίαρχου οικονομικού και τεχνολογικού υποδείγματος

Η πρόσφατη ανακοίνωση των στοιχείων για την παραγωγικότητα της εργασίας στον μη αγροτικό τομέα της οικονομίας στις ΗΠΑ επιβεβαίωσαν την ανησυχία για μια συνεχιζόμενη τάση υποχώρησης αυτού του κρίσιμου δείκτη.

Η παραγωγικότητα της εργασίας υποχώρησε στο δεύτερο τρίμηνο του 2022 κατά 4,6%, εφόσον το προϊόν μειώθηκε κατά 2,1% και οι συνολικές ώρες εργασίας αυξήθηκαν κατά 2,6%. Σε σχέση με ένα χρόνο πριν η παραγωγικότητα υποχώρησε κατά 2,5% καθώς το προϊόν αυξήθηκε κατά 1,5% ενώ οι ώρες εργασίας αυξήθηκαν κατά 4,1%. Αυτή η υποχώρηση 2,5% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο ένα χρόνο πριν είναι η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί σε αυτή τη μέτρηση που ξεκίνησε το 1948. Στο προηγούμενο τρίμηνο η μείωση ήταν 7,4% , όμως σε ετήσια βάση ήταν μικρότερη από ότι το δεύτερο τρίμηνο.

Η παραγωγικότητα στη μεταποίηση στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 5,5% στο δεύτερο τρίμηνο του 2022 καθώς το προϊόν αυξήθηκε κατά 4,3% και οι ώρες εργασίας μειώθηκαν κατά 1,1%. Ακόμη πιο μεγάλη η αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα των διαρκών καταναλωτικών αγαθών όπου ήταν 6,1%. Σε ετήσια βάση συνολική παραγωγικότητα της μεταποίησης αυξήθηκε κατά 0,4%. Η αύξηση της παραγωγικότητας στη μεταποίηση σήμαιναν και μια υποχώρηση 0,5% του μοναδιαίου κόστους εργασίας συνολικά στη μεταποίηση.

Το συνολικό προϊόν του μεταποιητικού τομέα στις ΗΠΑ είναι τώρα 3,6% πάνω από το επίπεδο που ήταν στο τελευταίο τρίμηνο του 2019, το τελευταίο που δεν επηρεάστηκε από την πανδημία. Οι ώρες εργασίας παραμένουν μειωμένες κατά 1,3% σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2019, κάτι που σημαίνει μια ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας κατά 1,9% για αυτή την περίοδο.

Τι σημαίνει η κάμψη της παραγωγικότητας

Όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει ένα πραγματικό πρόβλημα παραγωγικότητας. Είναι σαφές ότι στις ΗΠΑ υπάρχει μια ήπια αύξηση της παραγωγικότητας στη μεταποίηση – εάν τη δούμε σε ετήσια βάση, και ταυτόχρονα μια σοβαρή υποχώρηση της παραγωγικότητας στη συνολική οικονομία.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο αμερικανικό, αφού ανάλογη συζήτηση υπάρχει και σε άλλες οικονομίες.

Διάφορες ερμηνείες έχουν προταθεί για αυτό το φαινόμενο, το οποίο επανέρχεται στο προσκήνιο αρκετά συχνά τις τελευταίες δεκαετίες. Άλλωστε, η ίδια η έκφραση «το παράδοξο της παραγωγικότητας» αφορμή είχε τις διαπιστώσεις ότι η μεγάλη επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών και ψηφιακής τεχνολογίας δεν είχε ως αποτέλεσμα μια ανάλογη εκτίναξη της παραγωγικότητας. Μάλιστα, το 1987 ο σπουδαίος οικονομολόγος Robert Solow είχε πει ότι «η εποχή των υπολογιστών είναι παντού εκτός από τις στατιστικές για την παραγωγικότητα».

Αρκετές φορές η τάση να προσπερνιούνται οι ενδείξεις από τις στατιστικές προς όφελος μιας πιο αισιόδοξης εκτίμησης ότι κατά βάση οι νέες τεχνολογίες έχουν σημάνει αυξανόμενη παραγωγικότητα ή δυνατότητες για εκτίναξη της παραγωγικότητας εάν οι επιχειρήσεις μπορέσουν να τις αξιοποιήσουν σωστά.

Μια άλλη διάσταση του προβλήματος έχει να κάνει με τις επιχειρήσεις ζόμπι. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα ο ιδιαίτερα φτηνός δανεισμός που επικράτησε ως λογική, μέσα από τα προγράμματα «ποσοτικής χαλάρωσης» σε διάφορες φάσεις μετά το 2008, συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας, σήμαινε ότι όλη η έμφαση ήταν στην τόνωση της ζήτησης, αποφεύγοντας την αναμέτρηση με τα προβλήματα στην πλευρά της προσφοράς. Το αποτέλεσμα ήταν να συντηρούνται και πολλές επιχειρήσεις που στην πραγματικότητα δεν ήταν υγιείς ως προς τα οικονομικά τους χαρακτηριστικά και οι οποίες δεν είχαν κάποια πίεση για αναδιάρθρωση ή ακόμη και για κλείσιμο εάν χρειαζόταν. Όμως, αυτές οι επιχειρήσεις έχουν και ακριβώς χαρακτηριστικά μειωμένης παραγωγικότητας συμπαρασύροντας προς τα κάτω τις συνολικές στατιστικές για την παραγωγικότητα.

Αρκετοί υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο που οι οικονομίες μετατοπίζονται ολοένα και περισσότερο προς το χώρο των υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες είναι κυρίως έντασης εργασίας, όμως έχουν όρια στις τομές ως προς την παραγωγικότητα. Ένας καθηγητής μπορεί να γίνει καλύτερος όμως δεν μπορούμε να αυξήσουμε τον αριθμό των μαθητών που διδάσκει ή τον αριθμό των μαθημάτων που γίνει πέραν ενός ορίου. Ούτε μπορούν να εκμηχανιστούν όλες αυτές οι διαδικασίες. Οι υπολογιστές έχουν απογειώσει την ιατρική έρευνα και διευκολύνουν τη διαχείριση των περιστατικών σε μια μονάδα υγείας, όμως δεν μπορούν να εκτινάξουν τον αριθμό των ασθενών που μπορεί να έχει υπό την ευθύνη του ένας γιατρός. Επιπλέον αυξάνεται ο αριθμός και όγκος των δραστηριοτήτων που ακόμη και όταν επηρεάζονται σημαντικά από τεχνολογικές τομές δεν μπορούν εύκολα να ορίσουν «παραγωγικότητα» με όρους συνολικής οικονομίας. Δείτε π.χ. τον χρηματοοικονομικό τομέα. Αντιθέτως, τα ίδια τα στοιχεία στη μεταποίηση δείχνουν ότι εκεί μπορεί να υπάρχει αύξηση της παραγωγικότητας.

Η ιστορική τάση και τα ανοιχτά ερωτήματα

Ούτως ή άλλως εδώ και καιρό είχε διαπιστωθεί μια επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης της παραγωγικότητας. Για τις αναπτυγμένες οικονομίες είχε διαπιστωθεί μια σαφής επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου της παραγωγικότητας μέσα από τη σύγκριση ανάμεσα στην περίοδο 1996-2005 και την περίοδο 2006-2017. Μάλιστα, ακόμη και η ανάκαμψη της παραγωγικότητας στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα είχε ακολουθήσει μια περίοδο επιβράδυνσης των ρυθμών αύξησης της παραγωγικότητας στη δεκαετία του 1980 (περίοδο όπου άλλωστε διατυπώθηκε και το σχήμα για το «παράδοξο της παραγωγικότητας»).

Αυτό σημαίνει ότι παρά τις μεγάλες τεχνολογικές τομές που έχουν υπάρξει αυτές δεν έχουν οδηγήσει από μόνες τους σε ανάλογα άλματα στην παραγωγικότητα. Αυτό έχει να κάνει με τα χαρακτηριστικά των τεχνολογιών, τη δυσκολία να υπάρξουν ανάλογες τομές στην αγορά εργασίας αλλά ως ένα βαθμό και τα όρια των κλάδων όπου στρέφεται η οικονομική δραστηριότητα.

Αυτό επικαθορίστηκε και από παραμέτρους όπως η υποχώρηση της κερδοφορίας που συσχετίζεται με παραγωγικές επενδύσεις προς όφελος της κερδοφορίας από την επένδυση στη χρηματοοικονομική σφαίρα. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλοι όμιλοι διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να έχουν πολύ μεγαλύτερη κερδοφορία από τη διαχείριση των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού τους, παρά από την προσπάθεια τομέων στην παραγωγικότητα στις παραγωγικές τους δραστηριότητες. Αυτό με τη σειρά του οδηγούσε συχνά στην υποτίμηση της ανάγκες μεγαλύτερων επενδύσεων στην τεχνολογική βάση και στην οργάνωση της εργασίας.

Ρόλο συνέβαλε και το γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε σημαντική συγκράτηση του κόστους εργασίας. Η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε συγκριτικά φθηνότερο εργατικό δυναμικό, έτοιμο άμα χρειαστεί να δουλέψει περισσότερες ώρες, σήμαινε ότι είχαν και μικρότερο κίνητρο για τεχνολογικές και οργανωτικές τομές που θα οδηγούσαν σε τομές στην παραγωγικότητας. Ιδίως όταν μπορούσαν να έχουν σημαντικά κέρδη από τις επενδύσεις τους στη χρηματοοικονομική σφαίρα.