Η ομιλία Πάουελ στο Jackson Hole σηματοδότησε την επιμονή της FED σε αντιπληθωριστική πολιτική, αλλά τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά

Κάθε χρόνο τα στελέχη του Ομοσπονδιακού Τραπεζικού Συστήματος των ΗΠΑ, συγκεντρώνονται  στο Jackson Hole του Γουαϊόμινγκ για ένα ετήσιο οικονομικό συμπόσιο. Την επιλογή του θέρετρου έκαναν το 1982 στελέχη της Federal Reserve Bank of Kansas City και η παράδοση θέλει ότι το βασικό κριτήριο ήταν προσέφερε και τη δυνατότητα ψαρέματος σε παρακείμενη λίμνη και ποταμό. Βεβαίως στις μέρες μας η κλιματική αλλαγή και η θέρμανση των νερών έχει οδηγήσει τη Δασική Υπηρεσία να περιορίσει το ψάρεμα μόνο στις πρωινές ώρες.

Στη φετινή συνάντηση όλοι περίμεναν την τοποθέτηση του επικεφαλής της Fed Τζερόμ Πάουελ. Και το μήνυμα του αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη ήταν σαφές: αυτή τη στιγμή προέχει η μείωση του πληθωρισμού:

«Η επαναφορά της σταθερότητας των τιμών θα χρειαστεί κάποιο καιρό και θα απαιτήσει να χρησιμοποιήσουμε αποφασιστικά τα εργαλεία μας για να φέρουμε τη ζήτηση και την προσφορά σε μια καλύτερη ισορροπία. Η μείωση του πληθωρισμού είναι πιθανό να απαιτήσει μια παρατεταμένη περίοδο ανάπτυξης πιο κάτω από την τάση. Επιπλέον ότι μπορεί να υπάρξει μια χαλάρωση στις συνθήκες της αγοράς εργασίας. Ενώ τα υψηλότερα επιτόκια, η μικρότερη ανάπτυξη, και οι πιο ελαστικές συνθήκες στην αγορά εργασία θα οδηγήσουν σε μείωση του πληθωρισμού, θα φέρουν επίσης και βάρη στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτά είναι τα ατυχή κόστη της μείωσης του πληθωρισμού. Όμως, τυχόν αποτυχία να επαναφέρουμε τη σταθερότητα των τιμών θα σημαίνει πολύ μεγαλύτερα βάση.»

Ο Πάουελ επέμεινε ότι παρότι υπάρχει μια υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης, η οικονομία διατηρεί μια ισχυρή δυναμική: «Η αγορά εργασίας είναι ιδιαίτερα ισχυρή, αλλά είναι σίγουρα εκτός ισορροπίας, με τη ζήτηση για εργαζομένους να είναι ουσιωδώς μεγαλύτερη της προσφοράς διαθέσιμων εργαζομένων. Ο πληθωρισμός είναι πολύ πάνω το 2% και ο υψηλός πληθωρισμός συνεχίζει να εξαπλώνεται στην οικονομία.»

Για τον Πάουελ  η ιστορία διδάσκει ότι θα ήταν λάθος «να χαλαρώσουμε πρόωρα την πολιτική μας» και υπάρχουν τρία μαθήματα από την εμπειρία τόσο του υψηλού πληθωρισμού των δεκαετιών του 1970 και 1980 όσο και από τον χαμηλό πληθωρισμό των τελευταίων 25 ετών.

(α) «Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν και πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη να προσφέρουν χαμηλό και σταθερό πληθωρισμό».

(β) «Οι προσδοκίες του κοινού για τον μελλοντικό πληθωρισμό παίζουν έναν σημαντικό ρόλο στο να διαμορφώσουν την πορεία του πληθωρισμού σε βάθος χρόνου.»

(γ) «Χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτό μέχρις ότου να γίνει η δουλειά».

Τα όρια της «ορθοδοξίας»

Η τοποθέτηση του Πάουλ, που προαναγγέλλει ουσιαστικά μια αρκετά μακρά περίοδο σχετικά υψηλών επιτοκίων, στην πραγματικότητα αναπαράγει μια σειρά από θέσεις που αποτελούν τμήμα της «οικονομικής ορθοδοξίας» όπως σταδιακά διαμορφώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά.

Είναι μια αντίληψη που χωρίς να προσυπογράφει απαραίτητα το σύνολο μιας μονεταριστικής αντίληψης για τον πληθωρισμό, εντούτοις θεωρεί ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό με όρους νομισματικής πολιτικής.

Με βάση αυτό το σχήμα ο πληθωρισμός είναι κατά βάση ένα ζήτημα ανισορροπίας ανάμεσα σε ζήτηση και προσφορά και η κεντρική τράπεζα έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στην πλευρά της ζήτησης ώστε να διαμορφώσει ξανά συνθήκη ισορροπίας. Αυξάνοντας τα επιτόκια, κάνει πιο ακριβό το δανεισμό για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και οδηγεί σε μείωση της ζήτησης τόσο άμεσα όσο και έμμεσα καθώς οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να προχωρήσουν σε απολύσεις και η ανεργία αυξάνεται. Η μείωση της ζήτησης με τη σειρά της συμπαρασύρει τις τιμές προς τα κάτω και αποκαθιστά την ισορροπία.

Το πρόβλημα είναι η εμπειρία έχει δείξει ότι ο πληθωρισμός συχνά είναι ένα αρκετά πιο σύνθετο φαινόμενο από την απλή ύπαρξη μιας υπερβάλλουσας ζήτησης που πρέπει να τιθασευτεί.

Για παράδειγμα στις μέρες μας ο πληθωρισμός δεν έχει προέλθει από κάποια μεγάλη αύξηση της ζήτησης. Υπήρξε μια συγκυριακή αύξηση της κατανάλωσης μετά την έξοδο από την πανδημία και μια εκ νέου αύξηση της κατανάλωσης αλλά θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι σήμερα η ζήτηση είναι ο βασικός αιτιώδης μηχανισμός για την αύξηση του πληθωρισμού. Ούτε βέβαια έχουμε έναν πληθωρισμό που οφείλεται σε μεγάλη αύξηση του κόστους εργασίας. Η αύξηση της απασχόλησης δεν έχει οδηγήσει και σε μεγάλη αύξηση των αποδοχών και οι όποιες αυξήσεις στους μισθούς είναι μικρότερες από τις αυξήσεις στις τιμές των αγαθών.

Αντιθέτως, έχουμε αρκετές ενδείξεις ότι η κινητήρια δύναμη σήμερα της αύξησης του πληθωρισμού είναι από τη μεριά της προσφοράς. Αυτό έχει να κάνει με την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας εξαιτίας της γεωπολιτικής αναστάτωσης από τον πόλεμο στην Ουκρανία, με τα προβλήματα σε διάφορες εφοδιαστικές αλυσίδες, και βέβαια με το γεγονός ότι η περιορισμένη συγκριτικά επένδυση σε ανάπτυξη τεχνολογικών και οργανωτικών καινοτομιών που να αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας οδηγεί τις επιχειρήσεις στην αύξηση των τιμών για να διατηρήσουν υψηλά περιθώρια κέρδους.

Με αυτή την έννοια αυτό που παρουσιάζεται ως υπερβάλλουσα ζήτηση στην πραγματικότητα είναι μια συνολικότερη αδυναμία της προσφοράς να ανταποκριθεί. Και αυτό μπορεί να εξηγήσει το πώς συνυπάρχουν φαινόμενα όπως ρυθμοί ανάπτυξης στις ΗΠΑ που είναι κατώτεροι των διαφόρων προβλέψεων που είχαν γίνει, υποχώρηση της παραγωγικότητας της εργασίας και φυσικά αυξημένος πληθωρισμός.

Και αυτό σημαίνει ότι παρότι η πολιτική της FED για να τα επιτόκια θα έχει το κόστος που ανέφερε ο Πάουελ δεν σημαίνει ότι θα έχει και το αναμενόμενο όφελος, τουλάχιστον ως προς την αναμέτρηση τα πιο στρατηγικά και διαρθρωτικά ερωτήματα.