Ανησυχητικά τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης που διεξήγαγε το Bloomberg μεταξύ κορυφαίων οικονομολόγων, που προεξοφλούν ύφεση στην ευρωζώνη. Από οικονομική υπερδύναμη μετατρέπεται σε «μεγάλο ασθενή» η Γερμανία

Στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2020 εκτοξεύτηκε το ρίσκο ύφεσης για την οικονομία της Ευρωζώνης, με φόντο την αυξανόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στην οικονομική δραστηριότητα της περιοχής τη δύσκολη χειμερινή περίοδο. Εξέλιξη που αν επιβεβεβαιωθεί, θα επηρεάσει τα πλάνα και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Συγκεκριμένα, σφυγμομέτρηση που διεξήχθη από το πρακτορείο Bloomberg μεταξύ κορυφαίων οικονομολόγων ανέβασε την πιθανότητα δύο συνεχόμενων τριμήνων αρνητικής ανάπτυξης στην ευρωζώνη, μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, στο 80% από το 60% που ήταν κατά την προηγούμενη ανάλογη δημοσκόπηση του πρακτορείου. Σημειώνεται πως δύο συνεχόμενα τρίμηνα αρνητικού ρυθμού ανάπτυξης συνιστά τεχνική ύφεση.

Διαβάστε επίσης – Τζεντιλόνι: Ο κίνδυνος ύφεσης αυξάνεται στην ΕΕ

Αχίλλειος πτέρνα για την Ευρωζώνη παραμένει η Γερμανία, η οικονομία της οποίας παραμένει η πλέον ευάλωτη στους ενεργειακούς εκβιασμούς του Κρεμλίνου. Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως η γερμανική οικονομία θα παρουσιάσει αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης ήδη από το τρέχον τρίμηνο.

Ο δύσκολος χειμώνας

Τόσο οι επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά σε όλη την Ευρώπη προσπαθούν να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο η επιδείνωση των συνθηκών στον ενεργειακό τομέα να οδηγήσει σε υποχρεωτικά πλαφόν κατανάλωσης. Η απειλή αυτή θα έρθει να προστεθεί στις δυσμενείς συνθήκες που δημιουργούν ήδη οι υψηλές πληθωριστικές πιέσεις και τα προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Δεν είναι τυχαίο πως οι δείκτες που αποτυπώνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και το κλίμα έχουν αρχίσει να υποχωρούν από τον Ιούλιο, δίχως ελπίδες ανάκαμψης στο ορατό μέλλον.

Στο μέτωπο του πληθωρισμού, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για «ταβάνι» του δείκτη στο 9,6% μέσα στο τελευταίο τρίμηνο του έτους, ήτοι σε επίπεδα πέντε φορές πάνω από το όριο ασφαλείας που θέτει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ φαίνεται απίθανη η πιθανότητα υποχώρησης του κοντά στο 2% πριν το 2024.

Σε δύσκολη θέση η ΕΚΤ 

Η ίδια η ΕΚΤ επιμένει για την ώρα στις προβλέψεις της πως η οικονομία της Ευρωζώνης θα «παγώσει», αλλά δεν θα «γυρίσει» σε αρνητικό έδαφος, εξού και αποφάσισε να ανεβάσει… στροφές στο μέτωπο της αύξησης των επιτοκίων για να αντιμετωπίσει καταρχάς τη μάστιγα του πληθωρισμού.

Όμως τα στελέχη της εμφανίζονται όλο και πιο ανήσυχα αναφορικά με τις προοπτικές που υπάρχουν τόσο στο μέτωπο του πληθωρισμού όσο και των ρυθμών ανάπτυξης.

Ο κορυφαίος οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, που θεωρείται και μεταξύ των μετριοπαθών φωνών στο συμβούλιο, υποστήριξε πως η προ ημερών πολύ μεγάλη αύξηση των επιτοκίων ήταν λογική, όμως άφησε να εννοηθεί πως τα επόμενα βήματα του συμβουλίου θα είναι μικρότερα, πιο προσεκτικά. Ωστόσο, άλλα στελέχη δεν έχουν απορρίψει την πιθανότητα μιας ακόμη αύξησης κατά 75 μονάδες βάσης.

Οι αγορές χρήματος, από την πλευρά τους, περιμένουν πως το συμβούλιο θα προχωρήσει σε μια ακόμη, πολύ δυναμική αύξηση των επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης, τον Οκτώβριο, πέραν της οποίας τα επιτόκια θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν, φτάνοντας έως και στο 2% μέχρι το Φεβρουάριο του 2023.

Όμως φαίνεται πως θεωρούν πλέον πιο πιθανό η ΕΚΤ, μετά τα επίπεδα αυτά, να ανεβάσει το χειρόφρενο πιο γρήγορα από το αρχικά αναμενόμενο περιμένοντας να διαπιστώσει το μέγεθος του πλήγματος που θα έχουν δεχτεί οι οικονομίες της περιοχής μέσα στο χειμώνα.

Πηγή: ΟΤ