Η υπόθεση των παρακολουθήσεων υπογραμμίζει το συνολικότερο πρόβλημα των μορφών επιτήρησης στις σύγχρονες κοινωνίες

Ο Ζιλ Ντελέζ σε ένα ιδιαίτερα πυκνό κείμενο του 1990, το «Υστερόγραφο για τις κοινωνίες του ελέγχου», υποστήριξε ότι ζούμε τη μετάβαση από τις πειθαρχικές κοινωνίες, όπου το βασικό τους στοιχείο είναι ο άμεσος πειθαρχικός εγκλεισμός, στις κοινωνίες του ελέγχου, όπου η εξουσιαστική σχέση παίρνει μορφές πιο διάχυτες από την απλή πειθαρχία. Συσχετίζει αυτή την αλλαγή με τον μετασχηματισμό και των ίδιων των μορφών της καπιταλιστικής οικονομίας και τη μετάβαση από μια φάση όπου κυρίαρχο είναι το εργοστάσιο, σε μια φάση όπου κυρίαρχες είναι οι χρηματοοικονομικές ροές.

Το ιδιαίτερο πλεονέκτημα που είχε η ανάλυση του Ντελέζ, ήδη από τη δεκαετία του 1990, ήταν ότι μπορούσε να καταδεικνύει ότι οι κοινωνίες που στηρίζονταν στην απελευθέρωση των αγορών και των ροών εμπορευμάτων και κεφαλαίων δεν ήταν λιγότερο εξαναγκαστικές, έστω και εάν η πειθαρχία μιας προηγούμενης εκδοχής βιομηχανικής οργάνωσης έπαιρνε τώρα τα χαρακτηριστικά ενός διάχυτου ελέγχου, που «είναι βραχυπρόθεσμος και σε ταχεία περιστροφή, αλλά επίσης συνεχής και απεριόριστος». Με αυτόν τον τρόπο ο Ντελέζ κατόρθωνε να αναδεικνύει τη σημασία που έχουν οι σύγχρονες ψηφιακές τεχνολογικές μορφές, χωρίς να πέφτει στο κλασικό λάθος να αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως αιτιώδη παράγοντα και όχι ως σύμπτωμα συνολικότερων κοινωνικών διεργασιών.

Κατασκοπευτικός καπιταλισμός

Οι διαπιστώσεις αυτές αποκτούν ξεχωριστή σημασία γιατί δείχνουν ότι τα ζητήματα που ήρθαν πρόσφατα στην επικαιρότητα ως προς τη χρήση τεχνολογικών παρακολούθησης, εντάσσονται σε ένα συνολικότερο κοινωνικό πλέγμα που αφορά την επέκταση των πρακτικών επιτήρησης και κατά συνέπεια ελέγχου στο πλαίσιο συνολικότερων μετασχηματισμών. Άλλωστε, πρόσφατες μελέτες όπως αυτή της Σοσάνα Ζούμποφ για τον «κατασκοπευτικό καπιταλισμό», έχουν δείξει τον τρόπο που ένα πολύ μεγάλο μέρος της υποδομής που αφορά τη συγκέντρωση ψηφιακών δεδομένων και «αποτυπωμάτων» αποτελεί τμήμα μιας τεράστιας αγοράς και βιομηχανίας που αφορά τη συγκέντρωση, επεξεργασία και τελικά εμπορία όλων αυτών των ψηφιακών δεδομένων σε μια συνθήκη όπου τα όρια ανάμεσα σε αγορά και επιτήρηση έχουν αρθεί.

Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι την ίδια στιγμή έχει υπάρξει πρόοδος στον επαναπροσδιορισμό του νομικού πλαισίου ως προς την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και την ανάδειξη νέων δικαιωμάτων ως προς αυτά τα θέματα. Όμως, η οδυνηρή διαπίστωση είναι ότι στην πραγματικότητα έχει επεκταθεί πολύ περισσότερο η δυνατότητα καταγραφής και επιτήρησής μας, με βάση ακριβώς το πόσο ενσωματωμένη είναι πια η ύπαρξή μας, στο σύνολό της σχεδόν, σε ένα ψηφιακό σύμπαν, ή, εάν προτιμάτε, στο metaverse.

Ωστόσο, αυτό που δεν ομολογείται είναι ότι εξίσου έχει επεκταθεί και η κλίμακα των δεδομένων που μπορούν να συγκεντρωθούν και να τύχουν επεξεργασίας για λόγους «εθνικής ασφαλείας», «αντιτρομοκρατικής δράσης» ή απλώς «αντιεγκληματικής πολιτικής». Ένα ολόκληρο φάσμα από εθνικές νομοθεσίες αλλά και συμβάσεις διεθνούς συνεργασίας, μαζί με όλη τη διευκόλυνση που προσφέρει ο ψηφιακός χαρακτήρας του συνόλου σχεδόν των επικοινωνιών μας, σημαίνουν ότι η νόμιμη καταγραφή των επικοινωνιών και της ζωής μας, στη δημόσια και την ιδιωτική διάστασή της, έχει επίσης διευρυνθεί πολύ περισσότερο. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» αποτέλεσε τον καταλύτη για αυτό, με αποτέλεσμα, πέραν όλων των άλλων, και μια διόγκωση αλλά και στεγανοποίηση απέναντι στον δημοκρατικό έλεγχο, του ευρύτερου σύμπαντος των «υπηρεσιών ασφαλείας».

Όλα αυτά δείχνουν και μια ιδιότυπη εσωτερική αντίφαση του κυρίαρχου σήμερα νεοφιλελευθερισμού: ότι η ρητορική της οικονομικής ελευθερίας και της ατομικής αυτοπραγμάτωσης έχει ως «άλλη όψη του νομίσματος» μια πραγματική κατάργηση κρίσιμων πλευρών όλων των μορφών προστασίας του ατόμου έναντι της κρατικής παρέμβασης που υποτίθεται ότι αποτέλεσαν βασική επιδίωξη του ιστορικού φιλελευθερισμού.

Κανονικοποίηση της επιτήρησης

Όμως, το να μείνουμε στις διάφορες αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις του σύγχρονου φιλελευθερισμού θα σήμαινε ότι θα χάναμε το ουσιώδες. Μάλιστα, δεν θα έπρεπε να σταθούμε μόνο στις κραυγαλέες «επώνυμες» περιπτώσεις παραβίασης στοιχειωδών δικαιωμάτων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ακριβώς το πώς όλα αυτά εντάσσονται σε μια στρατηγική διάχυτου κοινωνικού ελέγχου, που δεν χρειάζεται απαραίτητα τη χρήση αυτών των πληροφοριών ως μέσο πειθαρχικής διόρθωσης, αφού το βασικό είναι η διαρκής και εσωτερικευμένη επίγνωση της επιτήρησης. Μια κανονικοποίηση, δηλαδή μιας «συνθήκης εξαίρεσης» όπου η αναστολή θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων γίνεται αυτονόητο τμήμα της πραγματικότητας, ενίοτε και με την αναπαραγωγή της ιδεολογικής νομιμοποίησης ότι συνιστά συνθήκη ασφάλειας. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς εύλογα να υποστηρίξει ότι τα επόμενα χρόνια θα δούμε σε ποιο βαθμό π.χ. τα μέτρα που ελήφθησαν στη διάρκεια της πανδημίας (ποιος θα μπορούσε πριν λίγα χρόνια να φανταστεί μια συνθήκη όπου οι πολίτες θα ενημέρωναν κάθε φορά που εξέρχονταν της οικίας τους και για τον σκοπό της εξόδου τους;) συνεισέφεραν και αυτά στην εμπέδωση μιας συνθήκης κοινωνικού ελέγχου και τελικά υπονομευμένης ελευθερίας.

 

Το αίτημα της ελευθερίας σήμερα

Όλα αυτά αναδιατυπώνουν το αίτημα της ελευθερίας ως κατοχύρωσης πεδίων δράσης, έκφρασης και ύπαρξης έξω και πέρα από την κρατική παρέμβαση, ως αναγκαία αδιαφάνεια πλευρών της ζωής μας ως προς κάθε κρατική παρέμβαση, ως δικαίωμα να διαφεύγουμε του ελέγχου. Μόνο που αυτό δεν μπορεί παρά να συνδέεται και με ένα δικαίωμα αντίστασης στον έλεγχο, ένα δικαίωμα αντίστασης στο οικονομικό, κοινωνικό και ιδεολογικό πλέγμα της επιτήρησης και όχι απλώς στα αποτελέσματά της.