ΝΕΑ ΚΕΙΜΕΝΑ WE ARE GREEKS ΛΑΚΗΣ, ΤΕΛΕΙΑ, ΤΖΙ-ΑΡ WIKIGREECE

 

     
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
 
Το ύστατο όπλο
Dimitris Varos We are Greeks! Δημήτρης Βάρος

Δεν μας απέμεινε παρά το χιούμορ, για να μη γονατίσουμε μπροστά στην αλήθεια. Αυτό θα έλεγε ο Γκαίτε αν ζούσε σήμερα και αν ήταν Έλληνας, οπότε -όπως είναι αυτονόητο- θα εργάζονταν ως βοηθός παρκαδόρου. Και πολύ θα του έπεφτε…

Γιατί ασχέτως αν οι πολιτικοί μας χαμογελούν διάπλατα μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, η κατάσταση στη χώρα μας είναι άκρως τραγική. Κυρίως για δύο λόγους:

Πρώτον γιατί ένας Γκαίτε δύσκολα μπορεί σήμερα να ανέβει ένα επίπεδο πάνω από την ειδικότητα του βοηθού παρκαδόρου και
Δεύτερον γιατί σιγά που ο παρκαδόρος θα έπαιρνε τον Γκαίτε για βοηθό του κι’ όχι έναν Αλβανό ο οποίος ούτε κάρτα χτυπάει, ούτε ΙΚΑ έχει.

Ποιο είναι το συμπέρασμα απ’ όλα αυτά; Ότι ανεξάρτητα από τα όσα μας λένε οι μεγαλόσχημοι οικονομολόγοι μας περί αστοχίας στον προϋπολογισμό, στον πληθωρισμό, στα χρέη, στα ελλείμματα και στον περιορισμό της ανεργίας, το πραγματικό πρόβλημα της χώρας είναι άλλο. Άλλωστε, παρά τις παραπάνω αστοχίες, ούτε τα κότερα μάς λείψανε, ούτε οι Πόρσε, ούτε τα Γκούτσι, ούτε οι διακοπές στο Μαυρίκιο.

Το χαμήλωμα του πήχη και μάλιστα στο έσχατο όριο είναι το πρόβλημα.
Η μεταμοντέρνα δημοκρατία που μας παρέχει απλόχερα το δικαίωμα να λέμε ελεύθερα ό, τι σκεφτόμαστε αλλά μας στερεί πλήρως το δικαίωμα να σκεφτόμαστε.
Ο ισοπεδωτικός θρίαμβος του κοινού γούστου που μας έκανε:

• Ένθερμους χειροκροτητές του κάθε πολιτικού που ρητορεύει μοιάζοντας να απορεί και ο ίδιος πως τα κατάφερε κι έφτιαξε αυτόν τον παράδεισο που μας περιβάλλει.
• Πρόθυμους αποδέκτες της κάθε ανόητης διαφήμισης που διαλαλεί το πόσο φτηνά μπορεί να αγοράσει κανείς σήμερα ένα τίποτα.
• Εκστασιασμένους ακροατές του κάθε ξερόλα μαϊντανού που διακηρύσσει με πάθος τη θεωρία του ότι μετά την άνοιξη θα μπει το καλοκαίρι.

…Και μαζί το απόλυτο στράγγισμα της πολιτιστικής μας δεξαμενής που κάνει τον σημερινό νεολαίο, μετά από 56 τουλάχιστον εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις μεταπολεμικά -όσες δηλαδή και οι ευφυέστατοι Λούθηροι και Κρόμγουελ που παρέλασαν από το υπουργείο Παιδείας- να λέει πως ο Μινωτής ήταν ένας ήρωας του ΄21 που τον σκότωσαν οι Γερμανοί επί χούντας, πως ο Σεφέρης είναι τερματοφύλακας του Αιγάλεω και πως «όταν μεγαλώσω θα γίνω Σάκης».

Και καλά θα κάνει προς τα εκεί να στοχεύσει το παιδί, μελετώντας κι’ αντιγράφοντας -ει δυνατόν επακριβώς- τα προσόντα του συμπαθούς τραγουδιστή.
Γιατί αν βάλει υψηλούς στόχους, πτυχία στο εξωτερικό, ντοκτορά και ξενύχτια στις βιβλιοθήκες, είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα φάει τα μούτρα του, κατά το κοινώς λεγόμενο, ερχόμενος αντιμέτωπος:

Από τη μια με την κυριαρχία σε όλα τα «πόστα» των ειδικών εκείνων ομάδων πληθυσμού, των βλακών παραδείγματος χάριν, που συνασπίζονται σαν τις ύαινες, κλείνοντας τις διόδους πρόσβασης σε όποιον δεν είναι όμοιός τους.
Και από την άλλη, με την απόλυτη «εργολαβοποίηση» του κύκλου των… εκλεκτόρων της εργασίας, που κατάφερε να επιβάλλει παντού τη λογική του «one size fits all», προσλαμβάνοντας αγράμματους σε ρόλο δασκάλου, μουγκούς σε ρόλο ρήτορα και ανειδίκευτους εργάτες ως χειριστές πυρηνικού αντιδραστήρα. Πάντα με το αφοπλιστικό επιχείρημα: «Έλα μωρέ. Όλοι δυο χέρια έχουν».

Αυτό εξηγεί το γιατί, παρ’ όλο που πέρασαν 37 ηλεκτρολόγοι από το σπίτι σας, το φως στο μπάνιο δεν ανάβει ενώ το αυτοκίνητό σας είναι σε χειρότερη κατάσταση κάθε φορά που το παίρνετε από το σέρβις.

…Και δυστυχώς, στρατιές ολόκληρες γενναίων οραματιστών και επαναστατών που περνώντας από τα άγια αυτά χώματα, ύψωσαν τα ξίφη και τα λάβαρα της αλλαγής, της ανατροπής, της κάθαρσης, της αναδόμησης, της αξιοκρατίας, του εκσυγχρονισμού, της επανίδρυσης του κράτους, της ρήξης με το παρελθόν και της φυγής στο μέλλον, δεν άφησαν πίσω τους παρά τη σκόνη και την κοπριά των αλόγων τους.

Αφού, λοιπόν, τίποτα δεν μπόρεσε να αναστραφεί τα τελευταία 40 χρόνια, τουναντίον μάλιστα, ας δοκιμάσουμε το ύστατο όπλο. Δηλαδή το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό, τη σάτιρα… Που συνήθως γίνονται πιο εύκολα αποδεκτά, είναι πιο διδακτικά και άρα πολύ πιο αποτελεσματικά από τους πολιτικάντικους «Φιλιππικούς» και τα δικηγορίστικα «Κατηγορώ».

Ένα σωστό ευθυμογράφημα ποντάρει στο να κάνει τον αναγνώστη να γελάσει. Κι’ αφού γελάσει, να συνειδητοποιήσει με τι γέλασε. Και τότε -όποια και να είναι η αντίδρασή του- μόνο σε καλό μπορεί μας βγει.